ανεξάρτητη ευαγγελική εκκλησία

"ένα παραμύθι"

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε δυο αδέλφια. Ζούσανε όμορφα και ανέμελα τα παιδικά τους χρόνια. Ώσπου, ήλθε ... η ζωή. Αυτή με το μικρό "ζ" και το σκληρό σαν το ατσάλι πρόσωπο. Τον ένα τον ανέβασε εκεί, τον άλλο τον έκατσε εδώ. Του ενός πρόσφερε πολυμέλανη πένα, του άλλου πολυστόχαστο νου. Και όρισε βουνά και θάλασσες, να τους χωρίζουν. Να τους χωρίζουν όχι με κάγκελα σιδερένια, μα με τέτοια και άλλη τοποθέτηση ζωής. Πες, ιδεολογικής. Πες, πνευματικής. Πες, ό,τι θέλεις ...

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε δυο αδέλφια. Και καθένα ζούσε τη δική του ζωή. Και καθένας είχε τυλιχτεί στα δικά του προβλήματα. Γιατί όχι και τους κόσμους. Ακόμη-ακόμη και ονείρατα για του χρόνου τα γυρίσματα. Οι κύκλοι τους ούτε ομόκεντροι, ούτε εφαπτόμενοι. Οι δρόμοι τους, με την τύχη έπρεπε να συναντηθούν για να κάμουν σταυροδρόμι και συνάντηση.

  Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσανε δυο αδέλφια. Και ανακαλύψανε το Παροιμίες 17: 17β. Το ανακαλύψανε ή τους ανακάλυψε! ... Τι σχέση έχει αυτό; Σχέση έχει που ήλθε "ο καιρός της ανάγκης". Στον ένα. Μπορούσε και στον άλλο. Μπορούσε και στους δύο μαζί. Ο πόνος και η υπηρεσία, κάμανε τότε μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά, που υπήρχε. Που πάντοτε υπήρχε. Που τώρα, μόνο την ανακάλυψαν. Και είδανε πόσο όμορφα χωρούσανε και οι δυο μέσα της. Τόσο όμορφα, που δεν χρειάστηκαν ούτε ένα λόγο να πούνε. Γιατί, να πούνε; Και ... τι να πούνε;

  Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε δυο αδέλφια. Και ανακάλυψαν, ότι "ο αδελφός γεννιέται για τον καιρό της ανάγκης". Πολύ σημαντική ανακάλυψη, όταν γίνει.