ανεξάρτητη ευαγγελική εκκλησία

"θέλουμε να δούμε τον Ιησού"

Και το γνωστό. Το λεγόμενο. Ας το επαναλάβουμε. Σε κάλεσαν σε τραπέζι. Ας πούμε δείπνο. Το σαλόνι φωτισμένο. Η τραπεζαρία ετοιμάζεται απ' ότι φανερώνουν ήχοι πιάτων και μουσική μαχαιροπήρουνων. Κάποια φορά, ευγενική και λαμπροστολισμένη οικοδέσποινα, θα καλέσει χαμογελώντας: -Περάστε παρακαλώ. Τιμή μας και χαρά μας... Να τα κεριά σ' ασημένια κηροπήγια. Λινά τραπεζομάντηλα. Ατσαλάκωτες πετσέτες. Αναπαυτικά τα καθίσματα. Πιάτα με χρυσό περίγυρο. Και μαχαίρια, πιρούνια, κουτάλια και κουταλάκια... Αυτά πια. Μάρκας. Και με χρυσή λαβή.  
Δέκα λεπτά. Ένα τέταρτο. Αμηχανία. Κοιτάς δεξιά. Περιμένεις. Θα αργεί φαίνεται. Κατάλαβε η κυρία που σας κάλεσε. Χαμογέλασε. Ευγενικά. Και το ξεστόμισε: -Φαγητό δεν ετοιμάσαμε. Αλλά από τραπέζι...
Αστείο; Ανέκδοτο; Ιστορία; Αφηγηματικό εύρημα. Ίσως. Ίσως όμως και τραγική αλήθεια αν μεταφερθούμε στην πνευματική σημερινή πραγματικότητα.
 Εκκλησίες. Μεγάλες. Απέραντες. Με τρούλους. Στοές. Αψίδες. Με αγάλματα. Εικονογράφηση. Χρυσάφι σπάταλο. Μαόνι σε περιφρόνηση. Ασήμι, άμετρο. Μπαίνεις μέσα και χάνεσαι. Χρειάζεται οδηγό και σίγουρα ξεναγό για να σου εξηγήσει, τάφους και παρεκκλήσια. Και κάπου δειλά, γιατί όχι φοβισμένα, ρωτάς: Συγνώμη, αλλά θέλουμε να δούμε τον Ιησού.
 Λόγια. Λόγια πολλά. Αναμφισβήτητα αληθινά. Γιατί όχι Γραφικά. Ρητορικά ειπωμένα. Θαυμάσια δεμένα. Με φιλολογικό οίστρο και ιστορική συνέπεια. Συγκινητικά. Πολλά τα αισθήματα. Και συναισθήματα. Φυσιολογικά τα δάκρυα. Και αναμενόμενα. Αλλά κάποτε ψελλίζεις: Ωραία όλα τούτα. Αλλά θέλουμε να δούμε τον Ιησού.
 Και έργα πολλά. Αναγκαία. Κοινωνικής ανάγκης. Ανθρώπινης διεξόδου. Γηροκομεία, εξορμήσεις, φτωχοκομεία, ιατρεία, ορφανοτροφεία. "Κι αυτό θα γίνει παιδικός σταθμός". Χαίρεσαι. Θαυμάζεις. Χειροκροτείς. Αλλά και θα πεις: Πόσο ωραία!
Αλλά εμείς θέλουμε να δούμε τον Ιησού.
Τάχα ή όλα τούτα ή τον Ιησού; Γιατί όχι τον Ιησού κι όλα τούτα μετά, μαζί, θ' ακολουθήσουν;

 Ήταν τότε μερικοί Έλληνες από εκείνους που ανέβαιναν για να προσκυνήσουν στην εορτή. Αυτοί λοιπόν πλησίασαν το Φίλιππο, που ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού». Έρχεται ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα. Έρχονται ο Ανδρέας και ο Φίλιππος και το λένε στον Ιησού. Τότε ο Ιησούς τούς αποκρίνεται λέγοντας: «Έχει έρθει η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του ανθρώπου. Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αν δεν πεθάνει ο κόκκος του σίτου όταν πέσει στη γη, αυτός μόνος μένει. Αν όμως πεθάνει, φέρει πολύ καρπό. Εκείνος που αγαπά τη ζωή του τη χάνει· κι εκείνος που μισεί τη ζωή του στον κόσμο τούτο θα τη φυλάξει για ζωή αιώνια. Αν κάποιος εμένα διακονεί, εμένα ας ακολουθεί, και όπου είμαι εγώ εκεί θα είναι και ο διάκονος ο δικός μου. Αν κάποιος εμένα διακονεί, θα τον τιμήσει ο Πατέρας».
Ιωάννης 12: 20-26