ανεξάρτητη ευαγγελική εκκλησία

Ποιόν ζητάς;

Και τότε. και σήμερα. Και για πάντα μέχρι να κλείσει η πόρτα της Χάρης που σώζει, δικαιώνει, αγιάζει. Η ψυχή ζητάει τον Κύριο, όπως το λουλούδι τον ήλιο. Το ψάρι το νερό. Το βρέφος τη θηλάζουσα. Ο γέροντας τον ήλιο του Γενάρη. Η κόρη το στολισμό της νεότητας.
Αλλά ποιόν Ιησού ζητάμε; Αν ζητάμε; Θέλουμε;
Πολλοί ψάχνουν στις Γραφές να βρουν τον Ιησού του Κοινωνικού Ευαγγελίου. Των έργων. Των παροχών. Των πράξεων. Των σελίδων του Τολστόι. Τον Ιησού που χόρτασε. Και χωρίς αμφιβολία και στο χώρο τούτο ο Ιησούς. Αλλά όχι μόνο.
Κάποιοι Τον θέλουν σαν θεωρητικό απολογητή. Ιδρυτής μιας νέας θρησκείας, ο Ιησούς φαντάζει σαν υπέργειος φορέας ενός καινούργιου τυπικού. Αληθινό; Χωρίς αμφιβολία, ναι. Αλλά όχι μόνο.
Δεν ήταν και είναι λίγοι εκείνοι που Τον θέλουν σαν πολιτικό αναμορφωτή. Όχι στη σκλαβιά. Την αδικία. Την καταπίεση. Την καταφρόνια. Πόσο συμφωνείς μαζί τους! Και ποιος τάχα στάθηκε, άλλος, όπως ο γλυκύς Ναζωραίος δίπλα στον περιφρονημένο, τον περιθωριακό;
Ο επαναστάτης! Κόντρα στη μπόρα των συμφερόντων. Κόντρα στον άνεμο του κατεστημένου. Κόντρα στο σκοτάδι που πνίγει. Σίγουρα ήταν πολλά, δυνατά, μοναδικά τα όχι Του. Αλλά έτσι ξεχνάμε την αγάπη Του. Ναι, ήρθε για να βάλει μαχαίρι διαχωρισμού. Αλλά όχι μόνο.
Ο Ιησούς των θαυμάτων. Των θεραπειών. Ο Κύριος που περπάτησε στα κύματα. Που έπιασε το χέρι της πεθεράς του Πέτρου. Που ξανάδωσε το λεβέντη στη χήρα της Ναΐν. Αλλά όχι μόνο.
Βασικά, κυριαρχικά, θεμελιακά ο Χριστός του Σταυρού. Του Γολγοθά. Του αίματος. Του τετέλεσται. Ο Χριστός της Χάρης. Και, βέβαια, τα άλλα. Όλα τα άλλα. Μαζί Του. Σε δρόμους δόξας Του.
Ο Σταυρός Του και ο άδειος τάφος. Ποιον ζητάς;

Η Μαρία, όμως, είχε σταθεί κοντά στο μνήμα, κλαίγοντας έξω. Καθώς λοιπόν έκλαιγε, έσκυψε κάτω στο μνήμα  και βλέπει δυο αγγέλους στα λευκά καθισμένους, έναν προς το μέρος της κεφαλής και έναν προς το μέρος των ποδιών, όπου ήταν τοποθετημένο το σώμα του Ιησού.  Τότε εκείνοι της λένε: «Γυναίκα, τι κλαις;» Τους απαντά: «Πήραν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού τον έθεσαν».  Όταν είπε αυτά, στράφηκε προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού να έχει σταθεί, αλλά δεν κατάλαβε ότι είναι ο Ιησούς.  Της λέει ο Ιησούς: «Γυναίκα, τι κλαις; Ποιον ζητάς;» Εκείνη, επειδή νόμιζε ότι είναι ο κηπουρός, του λέει: «Κύριε, αν εσύ τον βάσταξες, πες μου πού τον έθεσες κι εγώ θα τον πάρω».  Λέει σ’ αυτήν ο Ιησούς: «Μαριάμ!» Στράφηκε εκείνη και του λέει εβραϊκά: «Ραββουνί!» (που λέγεται “Δάσκαλε”).  Της λέει ο Ιησούς: «Μη με κρατάς, γιατί δεν έχω ανεβεί ακόμα προς τον Πατέρα. Πήγαινε όμως προς τους αδελφούς μου και πες τους: “Ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας”».  Έρχεται η Μαρία η Μαγδαληνή και αναγγέλλει στους μαθητές: «Έχω δει τον Κύριο!», και αυτά που της είπε. Ιωάννης 20:11-18