ανεξάρτητη ευαγγελική εκκλησία

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ποιοι είμαστε;
Είμαστε Ευαγγελικοί Χριστιανοί, σ’ όλο τον κόσμο σκορπισμένοι με μοναδική βάση το Ευαγγέλιο. Αυτό σημαίνει ότι δεν παραδεχόμαστε ανεξέλεγκτα κάθε διδασκαλία, αλλά προηγουμένως την υποβάλουμε κάτω από τον αυστηρό έλεγχο της Αγίας Γραφής και εάν μεν η διδασκαλία είναι σύμφωνη προς την Αγία Γραφή την αποδεχόμαστε με χαρά, αν όμως η διδασκαλία είναι ενάντια προς την Αγία Γραφή απορρίπτεται σαν πλανεμένη.
Οι διδασκαλίες μας, δεν είναι «καινά δαιμόνια» όπως τις χαρακτηρίζουν μερικοί, αλλά πανάρχαιες αλήθειες, αποστολικές αλήθειες που αναφέρονται μέσα στο Ευαγγέλιο εδώ και 20 αιώνες.
Βέβαια για όσους δεν μελετούν και δεν ερευνούν το Ευαγγέλιο, οι αλήθειες αυτές φαίνονται “καινά δαιμόνια” αλλά μόνο σ’ εκείνους, γιατί τις ακούν για πρώτη φορά τώρα. Μοιάζουν δηλαδή σαν τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών τα οποία φαίνονται νέα για όσους τα βλέπουν για πρώτη φορά, ενώ πράγματι υπήρχαν, ήταν γνωστά και θαυμάζονταν πριν από χιλιάδες χρόνια.
Στις βάσεις λοιπόν του Ευαγγελίου και μόνο του Ευαγγελίου στηριζόμενοι έχουμε πεποίθηση ότι αποτελούμε Εκκλησία όπως την ίδρυσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Πιστεύουμε στην απλότητα της λατρείας και τη διδασκαλία της πανάρχαιας Αποστολικής Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως τη βρίσκουμε στα Ευαγγέλια και κυρίως στις Πράξεις και τις επιστολές των Αποστόλων
 
Τα κυριότερα σημεία της πίστης μας

Η Αγία Γραφή (Βίβλος– Γραφές –Ιερά Γράμματα)
Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη ή Βίβλος), είναι και αποτελεί ένα γραπτό που είναι συγχρόνως ένας πλήρης και αυτάρκης γνώμονας και κανόνας της πίστης και της χριστιανικής ζωής.
Στην Αγία Γραφή στηρίζεται απόλυτα και αποκλειστικά το «πιστεύω» μας.
Η Αγία Γραφή είναι η πηγή γνώσης του Θεού και η αποκλειστική πηγή της διδασκαλίας μας. Τα 66 θεόπνευστα και κατά συνέπεια αλάνθαστα βιβλία της, προσφέρουν το μοναδικό και ακριβές κριτήριο, με το οποίο ο Χριστιανός αποδέχεται και εκτιμάει την όποια δογματική διδασκαλία, καθώς και την κάθε περίσταση πρακτικής ζωής (Β΄ Τιμ. 3/16).
Έξω από την Αγία Γραφή δεν υπάρχει άλλος κανόνας αλήθειας, ούτε άλλη πηγή θείας αποκάλυψης (Ιωάν. 20/31). Κάθε διδαχή, δόγμα, χριστιανική τοποθέτηση και εκκλησιαστική παράδοση πρέπει να ελέγχονται από τη διδασκαλία των Γραφών (Πράξ. 17/11). Με αυτό το κριτήριο, πιστεύουμε ότι κάθε προφορική και εκκλησιαστική «παράδοση» που εναντιώνεται στα δόγματα της Γραφής, πρέπει ν’ απορρίπτεται (Γαλ. 1/8), Α΄ Κορ. 15/1-3). Το μεγάλο θέμα της Αγίας Γραφής είναι ο Ιησούς Χριστός από τη Γένεση σαν «ο συντρίβων την κεφαλή του φιδιού» μέχρι την Αποκάλυψη όπου εμφανίζεται ως ο «Εσφαγμένος Αμνός».
Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη παρουσιάζουν ένα και το ίδιο θέμα, τον Ιησού Χριστό και το Σχέδιο του Θεού εν Χριστώ για τη Σωτηρία του ανθρώπου. Οι δύο Διαθήκες αποτελούν ένα ενιαίο βιβλίο, με αδιάσπαστη οργανική συνοχή και απόλυτη ενότητα.
Η Παλαιά Διαθήκη είναι η υπόσχεση. Η Καινή Διαθήκη, η εκπλήρωση (Εβρ. 1/1-4). Από μια άλλη άποψη, η Παλαιά Διαθήκη προβάλλει σε μεγαλύτερο ποσοστό τη Δικαιοσύνη του Θεού, ενώ η Καινή Διαθήκη τη Χάρη του Θεού, εν Χριστώ Ιησού και την αγάπη του.
Συγγραφέας της Αγίας Γραφής είναι το Άγιο Πνεύμα. Η Αγία Γραφή δεν περιέχει λόγο Θεού, αλλά είναι ο λόγος του Θεού. Η Αγία Γραφή είναι Θεόπνευστη. (Έξ 31/18, Α΄ Χρον. 28/19, Α΄ Πέτρ. 1/11, Α΄ Κορ. 2/13, Β΄ Τιμ. 3/16, Β΄ Πέτρ. 1/21, Α΄ Κορ. 14/37, Α΄Θεσ. 2/13).
Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, επιβεβαίωσε τη θεοπνευστία της Αγίας Γραφής (Ιωάν. 1/35, Ματθ. 5/18, Λουκ. 24/25-27, Ιωάν.16/13).
 
Ο Χριστός το Άλφα και το Ωμέγα
Παραλάβαμε από το Ευαγγέλιο τις εξής τρεις σπουδαιότατες αλήθειες:
1ον) Ότι ο Ιησούς Χριστός είναι το Άλφα και το Ωμέγα, δηλαδή το ΠΑΝ της Σωτηρίας του αμαρτωλού: «Εγώ ειμί το Άλφα και το Ωμέγα» (Αποκ. 1/8).
2ον) Ότι για να έχει μέσα του ο άνθρωπος ζωή Θεού πρέπει να διατηρεί σταθερή πνευματική ένωση με τον Ιησού Χριστό που είναι στους ουρανούς μέσω της ζωντανής πίστης. Η πνευματική αυτή ένωση πρέπει να μοιάζει σαν την ένωση του κλαδιού με τον κορμό του κλήματος, σαν την ένωση του σώματος με το κεφάλι· δηλαδή πρέπει να είναι απ’ ευθείας ένωση του πιστού με τον Χριστό, χωρίς να παρεμβάλλεται κανένα άλλο Πρόσωπο. (Ιωάν. 15/4-5, Κολ. 2/18-19).
3ον) Ότι όταν ένας άνθρωπος δεν τηρεί την απ’ ευθείας αυτή πνευματική ένωση με τον Ιησού Χριστό βρίσκεται σε πνευματική ξηρασία και απώλεια. «Εάν μη τις μείνη εν εμοί εβλήθη εξω ως το κλήμα και εξηράνθη και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι και καίεται» (Ιωάν.15/6).
 
Η δωρεά του Θεού
Το ευαγγέλιο διασαλπίζει στο κόσμο, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και ότι ο Θεός έχει Σωτηρία δωρεάν για κάθε αμαρτωλό. Το Ευαγγέλιο διασαλπίζει Σωτηρία του αμαρτωλού την οποία έκανε ο Θεός δια του Χριστού, ο αμαρτωλός όμως παλεύει και αγωνιά να την κάνει αυτός ο ίδιος! Το Ευαγγέλιο κηρύττει ότι η Σωτηρία είναι Χάρη, ο αμαρτωλός όμως την φαντάζεται σαν μισθό των κόπων του!
Εξ αιτίας της σοβαρότατης αυτής άγνοιας οι άνθρωποι αγωνίζονται, ενώ πρέπει να απολαμβάνουν βαθιά ειρήνη, στενοχωριούνται και απελπίζονται, ενώ πρέπει να χαίρονται και να δοξολογούν το Θεό. Μοιάζουν σαν εκείνον που παλεύει ολόγυμνος στα χιόνια για να στήσει μια αχυρένια καλύβα, ενώ δίπλα του ορθώνεται μεγαλοπρεπέστατο μέγαρο αφιερωμένο στο όνομά του και αλίμονο!…, το αγνοεί!
Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο και έκανε τέλεια και αιώνια Σωτηρία δι’ εξιλασμού πάνω στο Σταυρό: «Ο Θεός έθεσε επί τον Χριστό την ανομία πάντων ημών» (Ησ. 53/6). «Δια των πληγών του (Χριστού) ιάθημεν ημείς» (Ησ. 53/5). «Ο Χριστός τας αμαρτίας ημών Αυτός εβάστασε εν τω σώματι Αυτού επί του ξύλου» (Α΄Πέτρ. 2/24), «Ο Υιός του ανθρώπου ήλθε ίνα δώση την ψυχή Αυτού λύτρον αντί πολλών»(Ματθ. 20/28).
Το μέγα αυτό εξιλαστήριο έργο το οποίο έκανε ο Χριστός επάνω στο Σταυρό, είναι το Άλφα και το Ωμέγα της Σωτηρίας μας· ο Χριστός το διασάλπισε με τη θριαμβευτική επιφώνηση «Τετέλεσται!». Τελείωσε δηλαδή το έργο της Σωτηρίας.
Από τότε ο Θεός αφού ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς και τον κάθισε επάνω στο θρόνο του ουρανού στέλνει διάγγελμα προς την ανθρωπότητα και προσκαλεί όλους: «Έλθετε διότι τα πάντα είναι έτοιμα! (Λουκ. 14/17).
Πάνω σ’ αυτήν την τέλεια και αιώνια βάση εξιλέωσης, ο Θεός καλεί τον αμαρτωλό να γίνει μέτοχος της αιώνιας Βουλής και των ένδοξων Σχεδίων του γι’ αυτόν. Η Σωτηρία του ανθρώπου δεν αρχίζει μετά θάνατο αλλά αρχίζει από αυτή εδώ τη ζωή! Είναι η κατάσταση της χαράς της ψυχής, της ειρήνης της ψυχής, της αγάπης της ψυχής και της βεβαιότητας για την αιώνια ζωή βάση του Έργου του Χριστού. Η Βασιλεία του Θεού, λέει ο Χριστός, «εντός υμών εστίν» (Λουκ. 17/21).
Κάτω από ποιους άραγε όρους ο αμαρτωλός μπορεί να απολαμβάνει την απερίγραπτη, την αφάνταστη και αιώνια αυτή Σωτηρία από αυτή εδώ τη ζωή; Οι όροι είναι απλοί, απλούστατοι, προσιτοί σε κάθε άνθρωπο σε μια στιγμή, οπουδήποτε βρίσκεται, στο πλοίο, στο χωράφι στο σπίτι, στο δρόμο· είναι όροι που φέρνουν αποτέλεσμα ακαριαίο, δραστικότατο, αιώνιο. Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι όροι; Είναι η Μετάνοια αφ’ ενός και η Πίστη αφ’ ετέρου.
 
Μετάνοια και πίστη
Τι θα πει Μετάνοια; Θα πει ένα απότομο ξύπνημα της ψυχής του αμαρτωλού, που τον κάνει να δει τη πυρκαγιά που τον έχει κυκλώσει και το απύθμενο χάος επάνω στο οποίο κρέμεται. Η ειλικρινής Μετάνοια κάνει τον άνθρωπο να φρίξει για την αμαρτία του και να υψώσει αμέσως το πνεύμα του προς τον Θεό ζητώντας Σωτηρία, σαν εκείνον που βγαίνει από τις φλόγες μιας πυρκαγιάς ή τραβιέται από το χείλος φοβερού γκρεμού. Η αληθινή Μετάνοια κάνει τον άνθρωπο να μισήσει την αμαρτία σαν το φοβερότερο εχθρό της Σωτηρίας του, δηλαδή εχθρό της αληθινής του ευτυχίας.
Τι θα πει Πίστη; Πίστη θα πει ανάπαυση, χαρά, ενθουσιασμός για την αιώνια Σωτηρία που πήρε δωρεάν από τον Θεό η ψυχή που μετανόησε, βάση του έργου του Χριστού. Η πίστη στον Χριστό βγάζει αμέσως, ακαριαία τον άνθρωπο από το βάραθρο της απώλειας και τον υψώνει αμέσως στους ουρανούς εκεί όπου είναι ο Χριστός στο θρόνο της Δόξας: «Κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι δια της πίστεως και τούτο δεν είναι από σας είναι δώρον του Θεού, όχι εξ έργων δια να μη καυχηθή τις» (Εφ. 2/8-9).
«Ο Θεός πλούσιος ων εις έλεος, ένεκα της πολλής αγάπης αυτού με την οποίαν ηγάπησε ημάς, αν και ήμεθα νεκροί ένεκα των παραπτωμάτων, έδωκεν εις ημάς ζωήν μετά του Χριστού, - κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι, - και ανέστησεν όλους ημάς και εκάθισεν όλους ημάς εις τα επουράνια εν τω προσώπω του Χριστού δια να φανερώση εις τους επερχόμενους αιώνας τον υπερβολικόν πλούτο της χάριτος Αυτού δια της προς ημάς αγαθότητος του εν τω Ιησού Χριστώ» (Εφ. 2/4-7). Αυτά είναι τα μεγαλεία της χάρης του Θεού στους μετανοούντες και πιστεύοντας στο Έργο του Χριστού.
 
Σωτηρία και καρποί
Οι πιο πολλοί από τους ανθρώπους σήμερα νομίζουν, πως πρέπει πρώτα να κάνουν έργα καλά και κατόπιν να σωθούν, πρόκειται για φοβερή παρανόηση. Η παρανόηση αυτή κάνει τη ψυχή να έχει αβεβαιότητα σχετικά με τη Σωτηρία της, αγωνία και απελπισία ή από την άλλη να καλλιεργεί ένα Φαρισαϊκό εγωισμό καθώς στηρίζεται στα έργα της.
Το Ευαγγέλιο διδάσκει το αντίστροφο. Πρώτα δηλαδή πρέπει να σωθεί ο αμαρτωλός και κατόπιν να φέρει καρπούς (έργα). Θα σωθεί δωρεάν βάση του έργου του Χριστού επάνω στο Σταυρό. Θα φέρει κατόπιν καρπούς (έργα) με δυνάμεις όχι δικές του, γιατί ο άνθρωπος δεν έχει δυνάμεις, είναι νεκρός πνευματικά, αλλά με δυνάμεις που τις παίρνει από τον ζωντανό και επουράνιο Λυτρωτή, όπως το κλαδί από τον κορμό του κλήματος. Τα έργα δεν είναι αιτία της Σωτηρίας αλλά ο καρπός της Σωτηρίας. Η Σωτηρία δίνεται απόλυτα δωρεάν καθώς στον άσωτο γιο της παραβολής (Λουκ. 15/11-24). Ο άσωτος γιος πρώτα σώθηκε και έπειτα δούλευε στο σπίτι του πατέρα του. Ο πατέρας πρώτα τον αγκάλιασε, τον φίλησε, του χάρισε στολή, του έδωσε υποδήματα, του φόρεσε δαχτυλίδι, τον χόρτασε στο συμπόσιο. Όλα αυτά είναι η Σωτηρία και αποτελούν τέλεια δωρεά. Ύστερα από τη Σωτηρία αυτή ο γιος δούλευε στο σπίτι του πατέρα του, ως γιος, σαν αποκαταστημένος γιος.
Έτσι συμβαίνει και με κάθε αμαρτωλό που μετανοεί. Ο Θεός πρώτα τον σώζει βάση του έργου του Χριστού και κατόπιν ο δωρεάν σωσμένος εργάζεται με τις δυνάμεις που του δίνει ο Θεός προς δόξα του Θεού και ανάλογα του κόπου του θα πάρει το βραβείο του που βρίσκεται μέσα στην δωρεάν Σωτηρία. Άλλο πράγμα η Σωτηρία και άλλο το βραβείο.
Αυτή είναι η διδασκαλία του ευαγγελίου στο θέμα της Σωτηρίας. Εάν όλοι όσοι ονομάζονται χριστιανοί αντιλαμβάνονταν τη Σωτηρία σαν απόλυτη δωρεά του Θεού κατόπιν της Μετάνοιας και Πίστης, δεν θα έχαναν ποτέ την ειρήνη τους, τη χαρά τους, το θρησκευτικό πνεύμα τους. Δεν θα κατέφευγαν ποτέ σε μάταιες ταλαιπωρίες, σε στερήσεις, σε ενέργειες που επισκοτίζουν και ματαιώνουν το Έργο του Χριστού.
Η Σωτηρία παρέχεται δωρεάν όπως στο ληστή, όπως στον τελώνη, όπως στον άσωτο.
Τα έργα της χριστιανικής ζωής, τα οποία είναι ευάρεστα εις τον Θεό, πρέπει να προέρχονται από ευγνωμοσύνη για τη δωρεάν Σωτηρία του Θεού και να εκτελούνται με δυνάμεις Αγίου Πνεύματος· όχι να είναι προσπάθεια και αγώνες των δυνάμεων του αμαρτωλού για να αποκτήσει σωτηρία.
Όπου δεν υπάρχουν οι καρποί του Αγίου Πνεύματος εκεί υπάρχει υποκρισία και απιστία: «Δείξον μου την πίστη σου εκ των έργων σου». Άρα όπου δεν υπάρχουν τα έργα δεν υπάρχει πίστη και όπου δεν υπάρχει πίστη δεν υπάρχει Σωτηρία
 
Η άφεση των αμαρτιών
Για μας η υπόθεση της άφεσης των αμαρτιών όσο σπουδαία είναι άλλο τόσο είναι και απλή. Όσο είναι σοβαρή, τόσο και εύκολη, γιατί αρχίζει μέσα στη καρδιά του αμαρτωλού που μετανοεί και τελειώνει μέσα στην καρδιά του Θεού, χωρίς την επέμβαση κανενός ανθρώπου, αλλά μόνο με τον επουράνιο Χριστό σαν μοναδικό Μεσίτη και Αρχιερέα (Α΄ Τιμ. 2/6, Εβρ. 7/24).
Ο αμαρτωλός που μετανοεί και εξομολογείται τις αμαρτίες του απ’ ευθείας στο Θεό που τον παραπέμπει ο Χριστός, «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών», και πιστεύει ακράδαντα ότι λαμβάνει αμέσως τη συγχώρηση απ’ ευθείας από το Θεό, όπως ο τελώνης της παραβολής, όπως ο άσωτος, όπως οι δύο χρεοφειλέτες, όπως ο ληστής επάνω στο σταυρό. Και όλοι αυτοί απ’ ευθείας (Λουκ. 7/41-42).
Εκτέλεση «Κανόνων Μετανοίας» δεν παραδεχόμαστε, γιατί πουθενά το Ευαγγέλιο δεν παραγγέλνει τέτοιους κανόνες αλλά αντίθετα διακηρύττει την απόλυτη «χάρη» της συγχώρησης βάση της θυσίας του Χριστού.
«Προσερχώμεθα ούν μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος ίνα λάβωμεν έλεος και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν» (Εβρ. 4/14).
 
Οι ψυχές των αγίων και οι πρεσβείες
Κυκλοφορεί διάδοση ότι δεν παραδεχόμαστε Αγίους. Εμείς παραδεχόμαστε όχι πεντακοσίους ή χιλίους Αγίους, όσους τα εορτολόγια των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών, αλλά παραδεχόμαστε αναρίθμητο χορεία Αγίων, «νέφος» ολόκληρο δοξασμένων ψυχών στους Ουρανούς που όλες οφείλουν τη Σωτηρία τους και τον αγιασμό τους στο εξιλαστήριο Αίμα που χύθηκε στον Γολγοθά! (Αποκ. 5/9, 7/14).
Εμείς μακαρίζουμε τους δοξασμένους Αγίους ως ανθρώπους οι οποίοι, ενώ ήταν αμαρτωλοί, κατέφυγαν στη Σωτηρία του Χριστού και σώθηκαν μέσω Εκείνου.
Αγαπούμε τους Αγίους ως αδελφούς μας εν Χριστώ και διδασκόμαστε από τα παραδείγματα της πίστης και της αγάπης και αφοσίωσής τους προς τον Χριστό.
Εκείνο το οποίο δεν κάνουμε, εκείνο που απορρίπτουμε είναι η καταφυγή προς τις ψυχές των Αγίων και η επίκληση των ψυχών των Αγίων για βοήθεια, πρεσβεία ή σωτηρία των αμαρτωλών. Αντίθετα, οδηγούμε κάθε αμαρτωλή ψυχή να υψωθεί πνευματικά όχι σε ψυχές Αγίων, αλλά απ’ ευθείας προς τον ζωντανό Χριστό στους Ουρανούς χωρίς κανένα άλλο μεσάζοντα.
Κι αυτό για τους εξής λόγους:
1. Γιατί όπως αβίαστα προκύπτει από την Αγία Γραφή κανένας από τους δούλους του Χριστού (τους Αγίους) δεν κάλεσε ποτέ τους αμαρτωλούς προς τον εαυτό του, αλλά όλοι τους έστελναν προς τον Χριστό.
Κανένας ποτέ από τους αγίους ανθρώπους του Χριστού δεν είπε προς τους αμαρτωλούς: «Δεύτε προς με» αλλά όλοι είπαν «Πηγαίνετε προς τον Χριστό!». Ο Παύλος έλεγε: «Ημείς δεν κηρύσσομε τον εαυτόν μας αλλά τον Χριστό Ιησού Κύριο, τον δε εαυτόν μας δούλο σας ένεκα του Ιησού».( Β΄ Κορ. 4/5). Και σε άλλο χωρίο: «Τις είναι λοιπόν ο Παύλος, τις είναι ο Απολλώς ειμή υπηρέται δια των οποίων επιστεύσατε;» (Α΄ Κορ. 3/5).Και πάλι: «Μήπως ο Παύλος εσταυρώθη δια σας; ή μήπως εβαπτίσθητε εις το όνομα του Παύλου;» (Α΄ Κορ. 1/13).
2. Διότι οι ψυχές των Αγίων που είναι στον ουρανό δεν έχουν πανταχού παρουσία ώστε να ακούνε τις επικλήσεις τόσων ανθρώπων συγχρόνως. Μόνο ο Χριστός ως Θεός ακούει συγχρόνως και από παντού (Ματθ. 18/20).
Η λέξη «άγιος» σημαίνει «καθαρός», είναι δηλαδή ο αμαρτωλός που πίστεψε στη Σωτηρία του Χριστού και καθαρίσθηκε με το Αίμα που χύθηκε μια και μόνη φορά στο Σταυρό του Χριστού. Στην εποχή των αποστόλων όλοι οι χριστιανοί ονομάζονταν «άγιοι», γιατί καθαρίσθηκαν δια της πίστεως με το Αίμα του Χριστού.
Άνθρωποι οικογενειάρχες με τις γυναίκες τους, με τα παιδιά τους, λέγονταν άγιοι. (Εβρ. 3/1, Εφ. 1/1, Κολ. 1/2). Και στη σημερινή εποχή μας όλοι όσοι ειλικρινά μετανόησαν και πιστεύουν στο Χριστό σαν ατομικό Σωτήρα τους είναι κατά το Ευαγγέλιο «άγιοι», γιατί ο Χριστός τους καθάρισε και κανένας άνθρωπος δεν θα σωθεί, αν πρωτύτερα δεν καθαρισθεί, δεν αγιασθεί. «Χωρίς αγιασμόν ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβραίους 12/14). Οι ψυχές λοιπόν των ανθρώπων που σώθηκαν δια του Χριστού και εκείνων που σώζονται κάθε μέρα και εκείνων που θα σωθούν μέχρι τη συντέλεια των αιώνων, αυτοί είναι οι άγιοι κατά το Ευαγγέλιο.
Είναι λοιπόν οι άγιοι άνθρωποι, δημιουργήματα πεπερασμένα και δεν έχουν πανταχού παρουσία, ώστε να ακούνε τις από παντού επικλήσεις των ανθρώπων. Μόνο ο Χριστός ακούει, ως Θεός πανταχού παρών.
3. Γιατί η καταφυγή του αμαρτωλού σε ψυχές Αγίων για πρεσβεία προς τον Χριστό για σωτηρία του αμαρτωλού, προσβάλλει, αμαυρώνει και υποβιβάζει τον χαρακτήρα του Χριστού γιατί θεωρεί κατά κάποιο τρόπο τον Χριστό σαν Μονάρχη, δύσκολο και δύστροπο στο να δεχθεί και να σώσει τον αμαρτωλό.
Ο Χριστός όμως δεν είναι τέτοιος! Είναι ο φίλος του μετανοούντος αμαρτωλού που ειλικρινά μετανοεί. Είναι «Ο φίλος των αμαρτωλών». Ο Χριστός άφησε τη δόξα του Ουρανού και ήλθε και έχυσε το Αίμα του για να σώσει αμαρτωλούς. Ο Χριστός διακηρύττει ότι δεν θα διώξει τον ερχόμενο προς Αυτόν. Ο Χριστός παραπονείται γιατί οι αμαρτωλοί δεν πηγαίνουν προς Αυτόν. «Ου θέλετε ελθείν προς ΕΜΕ ίνα έχητε ζωήν» (Ιωάν. 5/40). Ο Χριστός έρχεται Αυτός ο Ίδιος προς τον αμαρτωλό ζητώντας τον και χτυπώντας τη πόρτα της καρδιάς του, «Ιδού έστηκα επί την θύρα και κρούω» (Αποκ. 3/20).
Δεν παρανοούμε λοιπόν τελείως τον Χριστό όταν καταφεύγουμε σε ψυχές Αγίων για να «πρεσβεύουν» να μας σώσει; Δεν ανυψώνουμε περισσότερο τον χαρακτήρα των δημιουργημάτων παρά τον χαρακτήρα του Θεού Χριστού;
4. Γιατί πουθενά μέσα στο Ευαγγέλιο δεν έχουμε παραγγελία να καταφεύγουμε προς τις ψυχές των Αγίων που είναι στους ουρανούς, αλλά μόνο προς τον Χριστό ο οποίος είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων και να επικαλούμαστε το μοναδικό του όνομα. «Εις Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς ο δούς εαυτόν αντίλυτρο υπέρ πάντων» (Α΄ Τιμ. 2/5). «Εγώ ειμί η θύρα, δι εμού εάν τις εισέλθει σωθήσεται» (Ιωάν. 10/9). «Δεν υπάρχει δι ουδενός άλλου η σωτηρία διότι δεν υπάρχει άλλο όνομα υπό τον ουρανόν δεδομένον μεταξύ των ανθρώπων δια του οποίου πρέπει να σωθώμεν» (Πράξ. 4/12).
Εάν ο Θεός ήθελε να καταφεύγουμε σε ψυχές Αγίων γιατί δεν έγραψε την διαταγή αυτή στην Καινή Διαθήκη; Πού είναι γραμμένη μια τέτοια καταφυγή;
Δεν είναι αλήθεια λοιπόν, ότι δεν αναγνωρίζουμε Αγίους, δεν είναι αλήθεια ότι δεν μακαρίζουμε και αγαπούμε αυτούς, αλλά δεν προσευχόμαστε σε Αγίους, δεν στηριζόμαστε σε Αγίους, δεν ελπίζουμε σε Αγίους, αλλά μόνο στο ΧΡΙΣΤΟ ο Οποίος έσωσε και τους Αγίους.
Να λοιπόν πλήρες φως από το Ευαγγέλιο ικανό να λύσει τελείως το ζήτημα των πρεσβειών. Εάν τώρα, συμπληρωματικά, ανατρέξουμε και στην Εκκλησιαστική Ιστορία μαθαίνουμε ότι η επίκληση και καταφυγή σε ψυχές Αγίων μπήκε τετρακόσια χρόνια μετά την αποστολική εποχή. Είναι λοιπόν προσθήκη νεωτεριστική, άγνωστη στην αποστολική Εκκλησία που επισκιάζει το πρόσωπο και το έργο του Χριστού. «Επικατάρατος ο άνθρωπος ο ελπίζων επί άνθρωπο, και του οποίου η καρδία απομακρύνεται από του Κυρίου» (Ιερ. 17/5).«Προσερχώμεθα μετά παρρησίας τω θρόνο της χάριτος (του Χριστού ) ίνα λάβωμεν έλεος και εύρωμεν χάριν εις εύκαιρον βοήθειαν» (Εβρ. 4/16).
 
Λείψανα αγίων και εικόνες
Ως προς το ζήτημα τώρα της προσκύνησης, ας ερευνήσουμε τι λέει το Ευαγγέλιο:
1. Όταν ο Κορνήλιος έδωσε τιμητική προσκύνηση στον απόστολο Πέτρο, μήπως δέχθηκε αυτήν ο απόστολος; Όχι! αλλά είπε προς τον Κορνήλιο: «Εγέρθητι! και εγώ αυτός άνθρωπος είμαι!», (Πράξ.10/26).
2. Όταν ο λαός των Λύστρων προετοίμασαν θυσία για τον Παύλο και Βαρνάβα, μήπως δέχθηκαν τις τιμές αυτές οι απόστολοι; Όχι! Αλλά διαρρήξανε τα ιμάτιά τους από αγανάκτηση και φρίκη και φώναζαν: «Και ημείς αυτοί είμεθα άνθρωποι ομοιοπαθείς με σας!»(Πράξ. 14/15).
Αφού λοιπόν αυτοί –οι κορυφαίοι– Απόστολοι Πέτρος και Παύλος δεν δέχονταν τιμητικές προσκυνήσεις, αν και ήταν ακόμη στη ζωή, δηλαδή μέσα στο σώμα τους κατοικούσε η ψυχή τους πλήρης Αγίου Πνεύματος, ασφαλώς δεν θα επέτρεπαν κατ’ ισχυρότερο λόγο να προσκυνείται το νεκρό σώμα τους από το οποίο είχε ήδη φύγει η ψυχή τους, και ακόμη αυστηρότερα δεν θα επέτρεπαν να προσκυνείται μια ζωγραφισμένη εικόνα τους, η οποία απέχει μεγάλη απόσταση από το σώμα τους και μεγαλύτερη ακόμη απόσταση από τη ψυχή τους, η οποία δεν δέχονταν τιμητικές προσκυνήσεις.
Άρα από το Ευαγγέλιο φαίνεται καθαρά ότι οι άνθρωποι του Χριστού ποτέ δεν δέχθηκαν τιμητικές προσκυνήσεις, αλλά πάντοτε τις απέκρουαν.
Ναι! το φως του Ευαγγελίου είναι ικανό να λύσει τελείως το ζήτημα. Αλλά εάν, θελήσουμε να ανατρέξουμε και στη μαρτυρία της Ιστορίας, μαθαίνουμε ότι η προσκύνηση των εικόνων άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή τετρακόσια χρόνια μετά Χριστό.
Να τι γράφει σχετικά ο ιστορικός του Έθνους Κ. Παπαρρηγόπουλος μιλώντας για τη Μεταρρύθμιση των εικονομάχων: «Η άμεσος των Αγίων λατρεία επεσκίασε το προς το Υπέρτατο Ων αίσθημα επί τοσούτον, ώστε επιτέλους αυταί καθ’ εαυτάς αι των Αγίων εικόνες ετίμησαν πολλάκις ως θαυματουργοί, οι άνθρωποι ησπάζοντο αυτάς, επέθετον επί της κεφαλής, προσήγαν εις τα όμματα και το στήθος. Εποίουν ενώπιον αυτών το σημείον του σταυρού, εγονάτιζον, προσεκύνουν και εν γένει απέδιδαν εις αυτάς όλα τα δείγματα της αμέσου λατρείας, εξ ου οι Ιουδαίοι και οι Μωαμεθανοί κατήντησαν να ονομάζουν τους χριστιανούς ειδωλολάτρες. Αι πολυειδείς αυταί καταχρήσεις και παρεξηγήσεις επενέργησαν ολεθρίως εις τον εθνικό, εις τον κοινωνικό και εις τον πολιτικό βίον». (Κ.Παπαρρηγόπουλου Ιστορία Ελλην. Έθνους, τόμος 3ος, Μέρος 2ον, σελ.23).
Εμείς δεν λέμε παρά τα ίδια πράγματα μ' αυτόν και πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι πολυειδείς καταχρήσεις και παρεξηγήσεις επενεργούν ολέθρια και σήμερα, γιατί δυσφημούν την πνευματική θρησκεία του Χριστού και κρατάνε μακριά από τον Χριστό εκατομμύρια ανθρώπων ορθολογιστών, άθεων, δίνοντας όπλα στα χέρια τους για περιφρόνηση της θρησκείας γενικότερα.
Δεν προσκυνάμε λοιπόν τα λείψανα και τις εικόνες, αλλά δεν τα περιφρονούμε και δεν τα χλευάζουμε, γιατί ο Θεός δεν παραγγέλλει κάτι τέτοιο και γιατί συμμορφωνόμαστε και προς τις υποδείξεις αυτών των Αγίων, οι οποίοι δεν δέχονται τιμητικές προσκυνήσεις, αλλά παραπέμπουμε να προσκυνούμε τον Δημιουργό και Σωτήρα των πάντων, σύμφωνα με την εντολή: «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτόν μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4/10).
 
Το δεσμείν και λύειν
Οι Απόστολοι ποτέ δεν επενέβηκαν με συγχωρητική ευχή μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Όταν ρώτησε ο δεσμοφύλακας τον Παύλο: «Τι να κάνω δια να σωθώ;». Ο Παύλος απάντησε:«Πίστευσον εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και θα σωθείς συ και ο οίκος σου». (Πράξ. 16/30-31). Επίσης, όταν οι Ισραηλίτες ρώτησαν του αποστόλους: «Τι να κάνουμε άνδρες αδερφοί;», ο Πέτρος απάντησε: «Μετανοήσατε και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών» (Πράξ. 2/38). Πουθενά το Ευαγγέλιο δεν μας αναφέρει ότι είπαν ποτέ οι Απόστολοι σε μετανοούντα άνθρωπο: «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού «αφέωνται σοι αι αμαρτίαι σου».
Οι φράσεις του Χριστού «Αν τινων αφήτε τας αμαρτίας αφίενται…» Και «όσα εάν λύσητε επί της γης έσται λελυμένα εν τοις ουρανοίς», ουδέποτε ερμηνεύθηκαν από την αποστολική Εκκλησία σαν μυστική εξομολόγηση σ’ ένα άνθρωπο ούτε και εφαρμόσθηκαν ποτέ κατά τον τρόπο τούτο. Και η αναντίρρητη αυτή ιστορική αλήθεια καταδικάζει μεμιάς σαν οικτρή παρερμηνεία την ιερατική άφεση που θεσπίστηκε μετά από αιώνες.
Η Εκκλησία μας αποδίδει μέγιστη σημασία στη τακτοποίηση του ανθρώπου απ’ ευθείας με το Θεό, χωρίς μεσάζοντα άνθρωπο, γιατί έτσι γίνεται δυνατή κάθε στιγμή η τέλεια ανακούφιση και η τέλεια χαρά και επικοινωνία της ψυχής με τον Θεό της. Έτσι, η ψυχή δε μένει φορτωμένη με τις αμαρτίες της και δεν περιμένει ευκαιρία για να καταφύγει σε ειδικό άνθρωπο, ώστε να ελευθερωθεί από το βάρος της, αλλά ανυψώνεται αμέσως πνευματικά προς τον επουράνιο Χριστό και εξομολογείται προς Αυτόν την τέλεια συγχώρηση: «Δεύτε προς ΜΕ πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι κ’αγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11/28).
Οι πρώτοι χριστιανοί είχαν εξομολόγηση φανερή όπως κι εμείς έχουμε επίσης εξομολόγηση φανερή προς αλλήλους, εφ’ όσον τυχόν αδίκησε κάποιος τον άλλο ή όταν αισθανθεί κάποιος αυθόρμητη ψυχολογική ανάγκη (Ματθ. 3/6), αλλά η εξομολόγηση αυτή δεν έχει σκοπό να λάβουν συγχώρηση από τον Θεό, - διότι αυτό είναι ζήτημα μόνον μεταξύ της ψυχής και του Θεού,- αλλά για να επανορθωθεί το αδίκημα και για να ζητήσουν με προσευχή από το Θεό δυνάμεις για νικηφόρα ζωή στο μέλλον.(Ιακ. 5/16).
Η ιστορία μαρτυρεί ότι η μυστική εξομολόγηση σε ειδικό άνθρωπο μπήκε τετρακόσια χρόνια μετά Χριστό από τον Πάπα Λέοντα τον Α΄ και γενικεύθηκε κατά τον δέκατο τρίτο αιώνα μ.Χ. οπότε και έλαβε τύπο μυστηρίου τόσο στη Καθολική όσο και την Ανατολική Εκκλησία.
 
Σχετικά με τη λατρεία
Η λέξη «Εκκλησία» στο Ευαγγέλιο δεν σημαίνει οικοδόμημα, δεν σημαίνει κτίριο αλλά ομάδα ανθρώπων που πιστεύουν στο Χριστό. Ο Χριστός πέθανε υπέρ της «Εκκλησίας» δηλαδή υπέρ των «πιστών».
Κατά την εποχή των Αποστόλων δεν υπήρχαν ιδιαίτερα οικοδομήματα για να συνέρχονται οι πιστοί αλλά συνέρχονταν σε ιδιωτικά σπίτια και εκεί τελούσαν τα της λατρείας. Ιδιαίτερα οικοδομήματα, δηλαδή ναοί, άρχισαν να οικοδομούνται ύστερα από διακόσια πενήντα χρόνια μετά Χριστόν.
«Η κοινή των χριστιανών λατρεία, γράφει ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος ήταν κατ’ αρχάς απλούστατη ούτε ναούς είχαν ούτε εικόνες, αλλά συναθροίζονταν σε οικίες επί τούτο ορισμένες ίνα προσφέρουν βραχεία και αφελή προς τον Ύψιστο δέηση, προσάγοντας συγχρόνως εκούσιας προσφορές εξ ων ελαμβάνοντο τα αναγκαία προς τέλεση της ευχαριστίας και της αγάπης, ήτοι του κοινού δείπνου των πιστών του παριστώντος την κοινωνία αυτών μετά του Κυρίου και μετ’ αλλήλων» (Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία Ελληνικού Έθνους Τόμος 3ος, Μέρος 2ον, σελ. 19 έκδοση 1925).
Και πράγματι τι διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο; Ότι όταν ήρθε το Πνεύμα το Άγιο απ’ ουρανών ήταν οι Απόστολοι και οι μαθητές συνηθροισμένοι μέσα σε ένα «ιδιωτικό σπίτι» (Πράξ. 2/2), ότι ο Παύλος στέλνει χαιρε��ισμούς δια των επιστολών του εις τας «Εκκλησίας» (Κολ. 4:15, Ρωμ. 16/4, Α΄ Κορ. 16/19).
Τίποτα το παράξενο λοιπόν το να συναθροίζονται οι πιστοί και σε ιδιωτικά σπίτια, να μελετούν τη Γραφή, να απευθύνει ο καθένας προτροπές για άγια ζωή, να προσεύχεται καθένας ελεύθερα, να ψάλλουν και να τελούν το Δείπνο του Κυρίου όπως και ο Κύριος το τέλεσε αυτό με τους μαθητές Του στο ανώγειο (Λουκάς 22/12-20). Όλα αυτά είναι απόλυτα σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και με την πρώτη χριστιανική Εκκλησία.
Από της τρίτης εκατονταετηρίδας μάλιστα, γράφει ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος, (Τόμος 3ος, Μέρος 2ον, σελ. 20) ιδρύθηκαν προς τέλεση της κοινής λατρείας ίδια οικοδομήματα επί μάλλον και μάλλον πολυτελέστερο κοσμηθέντα. Οι λειτουργοί της θρησκείας διακρίθηκαν σε ανώτερους και κατώτερους, καθυπεβλήθηκαν σε ποικίλη ιεραρχία και περιεβλήθησαν άμφια μεγαλοπρεπή».
Και αυτά μεν συνέβησαν την τρίτη εκατονταετηρίδα μετά Χριστό. Η Εκκλησία μας επιθυμεί να είναι αρχαιότερη της τρίτης εκατονταετηρίδας και να έχει τη μορφή και την ουσία της Εκκλησίας της πρώτης εκατονταετηρίδας, δηλαδή της Εκκλησίας των Πράξεων των Αποστόλων γι αυτό δεν δέχεται τους νεωτερισμούς αυτούς των κατόπιν αιώνων.
 
Το Δείπνο του Κυρίου
Το Κυριακό δείπνο δεν είναι μόνο μια απλή θύμηση του λυτρωτικού θανάτου του Χριστού αλλά είναι και κάτι ακόμη ουσιαστικότερο και βαθύτερο και πνευματικό. Αυτό κυρίως φαίνεται τόσο, θετικά, από τη φράση του Παύλου (Α΄Κορ. 11/17) «εις τον κρείσσον….συνέρχεσθε» όσο, αρνητικά, από τις κρίσεις του Κυρίου εναντίον εκείνων που κοινωνούν αναξίως: «Ο τρώγων και πίνων αναξίως, τρώγει και πίνει κατάκρισιν εις εαυτόν μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου. Δια τούτο υπάρχουσι μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και αποθνήσκουσιν ικανοί» (Α΄ Κορ. 11/30).
Δεν βρίσκει έρεισμα στην Καινή Διαθήκη η άποψη ότι ο Κύριος, ως πανταχού παρών είναι κατά το Δείπνο προσωπικά παρών. Η άποψη ότι μια μυστηριώδης ενέργεια μεταβάλλει τον άρτο και το κρασί σε Σώμα και Αίμα του Κυρίου, δεν αποτελεί βιβλική πίστη. Η προσφορά μόνον άρτου στους λαϊκούς και άρτου και οίνου στους ιερείς δεν αποτελεί διδασκαλία της Καινής Διαθήκης.
Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι εφόσον η ανάξια κοινωνία επιφέρει συγκεκριμένες κρίσεις, αυτό σημαίνει ότι η άξια κοινωνία έχει ενεργητικά αποτελέσματα αντίθετα στις κρίσεις.
Έτσι, η τράπεζα του Κυρίου δεν είναι μόνο θύμηση και τύπος αλλά είναι και ουσία, δηλαδή υπερφυσική επικοινωνία της ψυχής μας με τον επουράνιο Κύριό μας. Αυτό είναι μια πνευματική αλήθεια που ενεργείται όχι έξω από την ψυχή αλλά μέσα στην ψυχή, όταν δηλαδή τρώμε το ψωμί και πίνουμε το κρασί.
Το δείπνο γίνεται κάθε Κυριακή πρωί, μετά το πρωινό κήρυγμα. Το δείπνο κι όχι το κήρυγμα, αποτελούν τη Λατρεία της Εκκλησίας. Η τέλεση του Δείπνου, δεν είναι αποκλειστικό προσόν ή δικαίωμα ορισμένων ανθρώπων, έτσι που αν απουσιάζουν αυτοί να μην έχει το δικαίωμα -από το Θεό- η Εκκλησία να εκτελέσει αυτή την άγια τελετή.
Η παραγγελία του Κυρίου, «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», καθώς και τα αξιώματα «ιερέως και βασιλέως» που η Αγία Γραφή αναγνωρίζει στο κάθε παιδί του Θεού, είναι καθαρές ενδείξεις που βεβαιώνουν ότι βάση της «παγχριστιανικής ιεροσύνης» η Εκκλησία μπορεί να τελέσει το Δείπνο του Κυρίου της, και χωρίς την παρουσία ειδικού τελετουργού (Α΄ Πέτρ. 2/4-11, Αποκ. 1/6).
 Το Δείπνο πρόσθετα, υποδηλώνει:
§ Ανάμνηση της εξιλαστήριας θυσίας (Λουκ. 22/19).
§ Εμμονή στην αρχή του ενός σώματος (Α΄ Κορ. 10/17).
§ Υπόμνηση της δεύτερης έλευσης του Κυρίου για την αρπαγή της Εκκλησίας Του (Α΄Κορ. 11/26).
§ Αναγνώριση ειδικών Θείων ευλογιών.
 
Το Βάπτισμα
Δεχόμαστε το βάπτισμα μόνο των πιστών και ύστερα από την ομολογία τους ότι είναι σωσμένοι. Πρόσωπα που έχουν βαπτισθεί, κάτω από οποιονδήποτε δογματικό τύπο, πριν να πιστέψουν, ξαναβαπτίζονται.
Ο Κύριός μας καθιέρωσε ο Ίδιος την τελετή του βαπτίσματος με τη ρητή εντολή που έδωσε στους μαθητές Του να βαπτίζουν «στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28/19). Τρία είδη βαπτίσματος συναντάμε στην Καινή Διαθήκη:
α) το βάπτισμα του Ιωάννη,
β) το βάπτισμα του Κυρίου εν Πνεύματι Αγίω και πυρί και
γ) το βάπτισμα στο νερό.
Το βάπτισμα του Ιωάννη είναι παρασκευαστικό και ήδη είναι ξένο για την Εκκλησία όπως δείχνει και το περιστατικό Πράξ. 19/1-7.
Το βάπτισμα εν Πνεύματι Αγίω και Πυρί γίνεται από τον Κύριο κατά τη στιγμή της αναγέννησης ως κρίση και καύση δια του Πνεύματος (Ησ. 4/4), εξαφάνιση της ενοχής και απόλυτη κτήση της αιώνιας ζωής και του αγιασμού. (βάπτισμα Πνεύματος). Είναι το εις το πυρ λουτρό της παλιγγενεσίας (Τίτ. 3/5) και ο καθαρισμός με το Πνεύμα το Άγιο που κάμνει τον άνθρωπο κοινωνό φύσεως νέας, νέα κτίση (Β΄ Πέτρ. 1/4 και Γαλ. 6/15) και τέκνο Θεού (Α΄ Ιωάν. 2/2). Ας σημειωθεί ότι η κάθοδος του Πνεύματος βάπτισε «άπαντας» κατά τη Πεντηκοστή (Πράξ. 1/13-14, 2/1-4, 10/44-47, 11/15-16, 15/8-9). Στη Κόρινθο ο Παύλος γράφει ότι βαπτίσθηκε και ο ίδιος και οι Κορίνθιοι στο αυτό Πνεύμα (Α΄ Κορ. 12/12, 13, 27). Ας διακρίνουμε μεταξύ πληρότητας Πνεύματος κατά την αναγέννηση και της επανάληψης αυτής της ευλογίας στη ζωή των πιστών (βλ. Πράξ. 4/8, 31, 13/2).
Το τρίτο βάπτισμα «έν ύδατι», γίνεται από την Εκκλησία (Πράξ. 2/38) και δεν αποτελεί εκπλήρωση μιας τυπικής εντολής που αφήνεται στον πιστό να την τηρήσει ή όχι.
Η Καινή Διαθήκη παρουσιάζει το βάπτισμα κυρίως σαν το συμβολικό γεγονός του θανάτου του παλαιού ανθρώπου της αμαρτίας, γι αυτό και ο βαπτιζόμενος βυθίζεται μέσα στα νερά, ενταφιάζεται. Ύστερα, η ανάδυση του πιστού από τα νερά συμβολίζει την συνανάστασή του με τον Χριστό και την απόφαση του να ζήσει πλέον μια νέα και άγια ζωή, (ο πιστός δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτε για την πνευματική πρόοδό του. Όλα τα κάνει ο Θεός. Ο πιστός μόνο να πιστεύει μπορεί ) βοηθούμενος από τις ίδιες δυνάμεις της ανάστασης που ανάστησαν και τον Χριστό (Ρωμ. 6/2-4, Γαλ. 3/25-28, Εφ. 5/25-26, Κολ. 2/11-12, Α΄ Πέτρ. 3/21). Το βάπτισμα δεν έχει σωτηριακό χαρακτήρα.
Παράλληλα το βάπτισμα αποτελεί εξωτερική αναγκαία μαρτυρία. Η κατάδυση του βαπτιζόμενου κατά τη τελετή αποδίδει ξεχωριστή αναγνώριση και τιμή στο καθένα από τα τρία πρόσωπα της Θείας τριάδος (στο όνομα του Πατρός, στο όνομα του Υιού, στο όνομα του Αγίου Πνεύματος).
Ο θεσμός του νηπιοβαπτισμού είναι ασυμβίβαστος με τη διδασκαλία των Γραφών.